- σύναγμα
- τοσυνάθροιση, σύναξη.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
σύναγμα — collection neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σύναγμα — το, ΝΜΑ [συνάγω] συνάθροιση, συσσώρευση νεοελλ. (πετρογρ.) αδρομερής χαλικώδης άμμος αρχ. το αμμώδες υλικό που συσσωρεύεται στην ουροδόχο κύστη ή στα νεφρά … Dictionary of Greek
συναγμάτων — σύναγμα collection neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνάγματος — σύναγμα collection neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)